Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

-(Ένα δοκίμιο βασισμένο στο σχολικό βιβλίο της Γ΄ λυκείου, για τη γλώσσα της εξουσίας)
Έίναι οι ολοκληρωτικές γλώσσες (les languages totalitaires), οι οποίες στηρίζονται κυρίως στη
βουλητική λειτουργία, μια λειτουργία που προσπαθεί να αλλοιώσει/ κάμψει τη βούληση του
δέκτη, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα την αλλοτρίωσή του, την ολοσχερή εξάρτησή του και
την πλύση εγκεφάλου του.
Την πιο δυνατή γλώσσα σήμερα, λένε, την κατέχει εκείνος που διαθέτει την πιο μεγάλη δύναμη
και την πιο μεγάλη δύναμη τη διαθέτει εκείνος που ελέγχει και κατευθύνει τον τύπο, το
ραδιόφωνο, την τηλεόραση, χωρίς να αγνοούμε τόσο τον ψίθυρο όσο και  τους κάθε είδους
προπαγανδιστικούς μηχανισμούς των ολοκληρωτικών καθεστώτων, οι οποίοι (μηχανισμοί) με
άκρως μελετημένους τρόπους και με επιστημονική μεθοδικότητα χρωματίζουν και προσφέρουν
στην κοινή γνώμη, ό,τι κάθε φορά συμφέρει στην εξουσία την οποία υπηρετούν. Η δύναμη
αυτής της εξουσιαστικής γλώσσας μεταβάλλει, όπως είπαν, σε αγέλες προδομένων παλιάτσων
τα ανθρώπινα πλάσματα.
-Τη χαρακτηρίζει ο λεκτικός πληθωρισμός, που είναι γεμάτος από πλεονασμούς, κατάχρηση
συνωνύμων, διατύπωση βεβαιωτική, δεοντολογική και θαυμαστική, έντονη συναισθηματική
φόρτιση και μεγαλοστομία. Παγιδεύει το δέκτη, κυρίως συναισθηματικά και ηθικά, με το
μέγεθος και το βάρος των αξιών που προβάλλει η πολιτική ρητορεία. Γενικεύοντας,  πολιτικός λόγος
 χειρίζεται λέξεις με γιγάντια ηθική διάσταση και τόσο μεγάλη συναισθηματική φόρτιση, ώστε το
αξιολογικό τους βάρος λειτουργεί από μόνο του καταστροφικά στο νόημα. Λέξεις που δεν είναι σημασίες,
αλλά αξίες, σε βαθμό που δεν έχουν πια νόημα, αλλά εξουσία και μάλιστα εξουσία που είναι αντιστρόφως
ανάλογη προς το νόημα, «έθνος, «σοσιαλισμός»«λαός», «παράδοση» και άλλες πολλές. Λέξεις αξίες,
λέξεις ταμπού, λέξεις που είναι παγίδες, γιατί αρκεί να προφερθούν και το μήνυμα παύει να χρειάζεται
λογική συνοχή, γλωσσική επάρκεια, νοηματική αποτελεσματικότητα, παύει να χρειάζεται αιτιολόγηση
και ακόμα περισσότερο αποδεικτικά τεκμήρια. Χάρη στις λέξεις- αξίες μπορεί να περιέχει το μήνυμα
κραυγαλέα αντίφαση και να γίνεται δεκτό σαν συλλογισμός, μπορεί να περιέχει ταυτολογία,ανακολουθία,
ακόμα και παραλογισμό και αυτό να μη γίνεται ταυτόχρονα αντιληπτό, μπορεί ναμην έχει καθόλου νόημα
και αυτό να γίνεται δεκτό σαν κανονική πληροφορία.
-Πρώτα- πρώτα είναι μια γλώσσα με έντονο στην ουσία, λανθάνοντα, όμως, συχνά, από πλευράς
μορφοσύνταξης, διατακτικό χαρακτήρα. Γίνεται μέσα σε ελλειπτικές και ονοματικές προτάσεις
ευρύτατη χρήση ουσιαστικών συνοδευόμενων κατά κανόνα από προσδιορισμούς, οι οποίοι
υπογραμμίζουν αυταπόδεικτες αλήθειες με τρόπο δογματικό και απόλυτο. Αρκεί να θυμηθεί
κανείς εκείνη την ανεπανάληπτη ρήση του δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλου «Έλλάς Έλλήνων
Χριστιανών» ή άλλες ανάλογες, με τις οποίες ο πομπός επιβάλλει στον δέκτη την αναπαραγωγή
σεβαστών αξιών ή θεσμών . Έίναι χαρακτηριστικό ότι ο ονοματικός λόγος κυριαρχεί, ενώ
περιορίζεται ο ρηματικός λόγος ή κάθε άλλος λόγος παραστατικός, που με την ευκρίνειά του και
με την ενάργειά του μπορεί να οδηγήσει στη δραστική σκέψη. Αλλά και όταν χρησιμοποιείται
το ρήμα, προτιμούνται οι εξακολουθητικοί χρόνοι, οι οποίοι αφανίζουν τις συγκεκριμένες
χρονικές στιγμές και τονίζουν τη διάρκεια και την αιωνιότητα.
-Προτιμάει, ακόμη, η γλώσσα της εξουσίας λεκτικό συμβολισμό, ο οποίος, μέσα από
μονοσήμαντο και κατευθυνόμενο μονόλογο, φιλικό συχνά, καλλιεργεί την αοριστία, τη
γενικότητα, την ασάφεια, την ταυτολογία, τη μυστικοπάθεια, τον ημικαταληπτό λόγο. Ο
τελευταίος, πάλι, έντεχνα, αλλά σταθερά, επιδιώκει τη δημιουργία αποστάσεων και χάσματος
ανάμεσα στον πομπό (που είναι «σοφός», «παντογνώστης», «παντοδύναμος», «άνθρωπος
σπάνιας ποιότητας») και στον δέκτη, ο οποίος πρέπει να αισθάνεται ασήμαντος, κατώτερος
και εξαρτημένος από τον πομπό. Από την πλευρά του περιεχομένου, πάλι, η γλώσσα της εξουσίας
μηδενίζει τη σκέψη και την κριτική και προβάλλει δομικά στοιχεία αντικριτικά, καθώς επιβάλλει με
δογματικότητα και απολυτότητα τα «αναμφισβήτητης» αξίας μηνύματα του πομπού. Μια τέτοια
γλώσσα, βέβαια, δεν μπορεί παρά να είναι: αποστεωμένη και μουσειακή, αφού δεν ερευνά,
δεν κρίνει, δε συσχετίζει, δεν διαλέγεται, αλλά συντηρεί και μεταφέρει με μεγαληγορία και βεβαιότητα
«αιώνιες και μοναδικές» «αξίες» και «αλήθειες», αυταρχική, αφού δεν υπάρχουν περιθώρια
διαλόγου και ο δέκτης παίρνει εντολή να συντονίζεται στα μηνύματα του πομπού,υπερβατική,
αφού θραύει ή αγνοεί τις ποικίλες μορφές της καθημερινότητας και με την υπέρβαση της
πραγματικότητας και τη γενίκευση (και τη θέωση) του λεκτικού συμβολισμού
δοκιμάζει να υποβάλει τα περιεχόμενα των μηνυμάτων της, στεγαζόμενα ερμητικά σε
αποδεκτές και μεγάλες αξίες: οικογένεια, πατρίδα, θρησκεία, κ.τ.λ.
-Θα μπορούσαμε, δηλαδή, συνοπτικά να πούμε ότι η γλώσσα της εξουσίας είναι γλώσσα
φθοράς και διαφθοράς και όχι γλώσσα επικοινωνίας, αφού διασαλεύεται αυθαίρετα η σχέση
συμβόλων και συμβολιζομένων, σημαινόντων και σημαινομένων, καθώς τα σημεία φορτίζονται
με τα αντίθετά τους σημασιολογικά φορτία. Έίναι γνωστό π.χ. πως σε ολόκληρο τον κόσμο οι
δικτατορίες επιβάλλονται εν ονόματι της σωτηρίας των δημοκρατικών ελευθεριών των λαών. Η
στρέβλωση, δηλαδή, και η αυθαιρεσία της διαφθοράς θριαμβεύουν σε βάρος της γλώσσας και
του επικοινωνιακού της χαρακτήρα.
Τα αίτια, λοιπόν, της κρίσης της γλώσσας (και της γλώσσας της εξουσίας) παραπέμπουν στα
αίτια της κρίσης της παιδείας, τα οποία με τη σειρά τους παραπέμπουν στην κρίση του
ανθρώπου. Ένας φαυλεπίφαυλος κύκλος.
-Ολα τα κείμενα, ανεξάρτητα από εθνικότητα, είναι διαποτισμένα από το πνεύμα του
ολοκληρωτισμού. Τα περιεχόμενά τους συγκροτούνται από θέματα (καθεστωτικές επετειακές
γιορτές και πανηγύρεις, προγραμματισμός και δημιουργία έργων, ύμνοι εγκωμιαστικοί του
καθεστώτος, κ.λ.π.), κοινά και προσφιλή σε όλα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα και
χαρακτηρίζονται από τον τρόπο με τον οποίο οι δικτατορίες περνούν με την προπαγάνδα τη
βούλησή τους και προβάλλουν τα έργα τους. Η γλώσσα τους, πάλι, διακρίνεται από γλυκερούς
τόνους, δογματικότητα, ύποπτο εθνικισμό, επίμονη ηθικολογία, διακρίνεται, δηλαδή, από τα
γνωρίσματα της εξουσιαστικής γλώσσας. Προσέξτε ιδιαίτερα την υποκριτικά και παραπλανητικά
φιλική και οικεία γλώσσα με την οποία εκφράζονται και κολακεύουν τους λαούς οι δικτατορίες,
ενώ είναι γνωστό ότι δεν τους σέβονται, αφού για να επικρατήσουν, καταλύουν τα
δημοκρατικά τους δικαιώματα και όχι μόνο αυτά.
-Αξίζει να σημειωθεί ότι όλες οι δικτατορίες μοιάζουν και όταν ακόμη ανήκουν σε διαμετρικά
αντίθετες παρατάξεις. Στις βασικές επιδιώξεις των ολοκληρωτικών καθεστώτων είναι να
εξανδραποδίσουν τους νέους, δηλαδή με ιδεολογήματα, ιδεοληψίες, καθώς και ποικίλους
άλλους τρόπους , να κάμψουν τη βούληση, την ηθική τους αντίσταση και την προσωπική τους
στάση απέναντι στη ζωή, και να τους μεταβάλουν σε πειθήνια όργανά τους, ώστε να εκτελούν
τυφλά τις θελήσεις τους. Με άλλα λόγια, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα δε σέβονται το νέο, γιατί
γενικά δε σέβονται το άτομο και την ατομική ζωή, όπως δε σέβονται και την παιδεία. Νοθεύουν
τα πάντα, διότι τα πάντα τα υποτάσσουν στη δύναμη της εξουσίας . Έτσι μόνον αισθάνονται
ασφαλή.
Μια από τις πάγιες τακτικές τους, π.χ. είναι η οργάνωση των νέων από την τρυφερή τους ακόμη
ηλικία σε κατευθυνόμενες ομάδες, όπου με γλώσσα συνθηματική και δογματική,
αντιδιαλεκτική και αντικριτική, ασαφή και αόριστη, μεγαλόστομη και εθνικιστική, προσπαθούν
να τους χειραγωγήσουν και να τους χρησιμοποιήσουν σύμφωνα με τους σχεδιασμούς τους. Δε
λείπουν, φυσικά, από τέτοιους σχεδιασμούς και διάφοροι ύμνοι των νέων, οι οποίοι
εγκωμιάζουν το καθεστώς και υψώνουν σε μοναδικό ίνδαλμα τον δικτάτορα. Έννοείται ότι η
γλώσσα αυτών των κατασκευασμένων ύμνων είναι φθηνή, όπως φθηνός είναι και ο στίχος τους
και η μουσική τους.
Με αυτούς τους ύμνους, που αναπαράγονται πανομοιότυποι σχεδόν, από τα διάφορα
ολοκληρωτικά καθεστώτα, καλλιεργείται πνεύμα αγελαίο καο ομαδικό, ένα πνεύμα, στο οποίο
οφείλει σε κάθε ευκαιρία να δηλώνει με λόγο και με έργο, πίστη και αφοσίωση μέχρι θυσίας.
Αλλωστε, μέσα από την ομάδα, το καθεστώς οργανώνει τον νέο, τον κατευθύνει, τον ελέγχει,
τον αφομοιώνει.
Οι ύμνοι που χρησιμοποιούν οι δικτατορίες έχουν ως κύριο γνώρισμα την ασυναρτησία και την
κενότητα, τις οποίες προσπαθεί ο συνθέτης τους να καλύψει με λέξεις ηχηρές.
Από άποψη περιεχομένου, πάλι, αντικρίζουμε με την πρώτη ματιά, ένα κείμενο που κραυγάζει,
που μεταβάλλει σε φωνές, πολύτιμες και σεβαστές αξίες: πατρίδα, Έλλάδα κ.τ.λ.
Θυμόμαστε τον στίχο του Γ. Σεφέρη: «Έλλάς πυρ! Έλλήνων πυρ! Χριστιανών πυρ! Τρεις λέξεις
νεκρές. Γιατί τις σκοτώσατε;»
Τα ίδια διαπιστώνουμε και στα μέτρα και στους ρυθμούς και στο ύφος των Ύμνων:
ακαταστασία.
Έίναι γνωστό, άλλωστε, με πόση προχειρότητα κατασκευάζονται από στιχοπλόκους αυτοί οι
διατεταγμένοι ύμνοι. Τους λείπει η ποιητική έμπνευση, τους λείπει, δηλαδή, η σπερματική
σύλληψη του ουσιώδους και του σημαντικού, γι΄ αυτό και δεν εκπέμπουν κανένα μήνυμα,
εκπέμπουν φωνές, διότι σε φωνές έχουν μεταβάλει λέξεις- αξίες, που έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα
στη συνείδηση του καθενός μας. Έτσι, με τις αξίες και όχι με τις λέξεις δημιουργούν κλίμα
έξαρσης, αναγκαίο στη δικτατορία, για να καλύψει τα κενά της και να παρασύρει τους νέους
ανθρώπους.
-Έκτός από τις δικτατορίες, που χρησιμοποιούν το δογματισμό, την υποκρισία, την κολακεία,
τους γλυκερούς τόνους, την απροκάλυπτη προπαγάνδα, την αδιακρισία, την αναίδεια, τον
πληθωρικό λόγο, ανάλογα πράττει και μεσσιανισμός. Ο δικτάτορας ή ο κάθε λογής αρχηγός,
πολιτικός ή θρησκευτικός, παρουσιάζεται ως ο μεγάλος Μεσσίας, ο οποίος άλλοτε «ελέω
Θεού» και άλλοτε «ελέω λαού» έρχεται να μας σώσει.
-Ωστόσο, η πρακτική της αποκάλυψης της εξουσιαστικής γλώσσας, συνίσταται στη
συστηματική αποδιοργάνωση και εκ νέου αναδιάρθρωση των γλωσσικών τύπων και της
διαπλοκής τους. Ανάμεσα από τα γλωσσικά σημεία και τις μεγαλύτερες δομές τους
μπορούμε να αναζητήσουμε, όπως ο Μπρέχτ, τα λανθάνοντα σημαινόμενα και να
αποκαλύψουμε τις υποκριτικές δομές του λόγου, με τα ταρτούφικα (ψευδή) μηνύματά τους.
Γι΄ αυτό πρέπει να μελετάμε κάθε πρόταση και να επισημαίνουμε την κενή
επιχειρηματολογία, ώστε να αναδυθεί μέσα από το μεγαλόσχημο και προσεκτικά δομημένο
εξουσιαστικό λόγο , ο παραλλαγμένος πραγματικός λόγος και η θαμμένη αλήθεια, πίσω από
το κατ΄ επίφασιν σημαίνον, το πραγματικό σημαινόμενο.
Ασπα Παπαλεωνίδα , Φιλόλογος
Για τη Νεοελληνική Γλώσσα Γ΄ Λυκείου

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Copyright © 2015 COSMOSBOOKS - Designed by webicon